Κειμενα

Ήσυχη ζωή

Η καλύβα έχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του πολιτισμού και της ανθρώπινης σκέψης. Μία από τις διασημότερες είναι εκείνη του υπερβατιστή Henry David Thoreau, στην οποία έζησε τρία χρόνια (1845-1848) προκειμένου να γράψει το Walden ή Η ζωή στο δάσος. Στο Τάδε έφη Ζαρατούστρας (1883), ο Νίτσε περιγράφει τη συνάντηση του πρωταγωνιστή με έναν γέρο ερημίτη, ο οποίος «άφησε την ιερή καλύβα του για να αναζητήσει ρίζες στο δάσος». Το 1914, ο φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein απομονώθηκε σε μια όχι και τόσο ταπεινή καλύβα στη Νορβηγία για να στοχαστεί πάνω στα όρια της γλώσσας και στον μυστικό χαρακτήρα της ύπαρξης. Το ίδιο και ο Martin Heidegger, ο οποίος, το 1922, θα φτιάξει μια ξύλινη καλύβα στον Μέλανα Δρυμό, ένα κτίσμα που έμελλε να επηρεάσει δραστικά τη ζωή και το φιλοσοφικό του έργο. Ο Le Corbusier, ο Dylan Thomas και ο Roald Dahl επίσης είχαν επιλέξει καλύβες για να εργάζονται απερίσπαστα, απολαμβάνοντας τη μοναξιά τους. Ενώ για τον Ιάπωνα ποιητή και Ζεν μοναχό Ryōkan (1758-1831) η μοναστική καλύβα γίνεται αναπόσπαστο μέρος του ποιητικού του έργου και συμβολίζει μια ζωή που τη χαρακτηρίζει η απάρνηση των υλικών και εγκοσμίων απολαύσεων.

Η νέα έκθεση του Βασίλη Βασιλακάκη, με τίτλο Ήσυχη ζωή, αντικατοπτρίζει την ανάγκη -το αίτημα αν θέλετε- για μια απλή ζωή σε έναν κόσμο που πάει κατά διαόλου. Μπορείς άραγε να ζήσεις μια ήσυχη ζωή σε μια κοινωνία παρατεταμένης κρίσης, σε μια εποχή γεμάτη ανούσιους πειρασμούς και περιττές πληροφορίες, σε ένα περιβάλλον συνεχούς έντασης, το οποίο σε διασπά και σε αποπροσανατολίζει; Ποια στάση οφείλει να υιοθετήσει ο καλλιτέχνης; Τι είδους τέχνη ταιριάζει και ανταποκρίνεται σε μια τέτοια ζωή; Εντέλει, τι εικόνες παράγει ένας καλλιτέχνης που, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, έχει αποφασίσει να ζήσει μια ήσυχη ζωή; Αυτά τα ερωτήματα μοιάζει να διατρέχουν την έκθεση του Βασίλη Βασιλακάκη.

Φτιαγμένα την τελευταία τριετία (2019-2021), τα ζωγραφικά έργα του Βασιλακάκη δίνουν έμφαση στην αδιαμεσολάβητη εμπειρία και ματιά. Ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει τα αντικείμενα εκ του φυσικού, σε κλίμακα 1 προς 1, χωρίς να αλλοιώνει την υπόστασή τους. Οι εικόνες του είναι σκηνοθετημένες αλλά χωρίς ψιμύθια -όπως, λόγου χάρη, στα έργα της Ποπ αρτ- και χωρίς τη διαμεσολάβηση της φωτογραφίας. «Με ενδιέφερε να ξαναμπεί στη ζωγραφική αυτό το στοιχείο που έχει χαθεί και το έχουμε αγνοήσει, που έχει μια περίεργη εμπειρία. Έχεις μια εμπειρία μεγάλη εκείνη την ώρα με την εικόνα, με το αντικείμενο. Με τη διαμεσολάβηση της φωτογραφίας αρχίζει και γίνεται κάτι άλλο πια» επισημαίνει ο καλλιτέχνης.

Τα αντικείμενα που ζωγραφίζει ο Βασιλακάκης είναι ταπεινά, τετριμμένα, σχεδόν αδιάφορα: ένα αχλάδι, ένα πινάκι, μια σκάλα, ξυλαράκια («άλλες φορές εισβάλλουν σε έναν χώρο που δεν ξέρεις ακριβώς τι είναι»), κόκαλα («πολλά κόκαλα»), ένα ψάρι, ένα σφαιρικό ξύλο με μπόλι, ένα μήλο, ένα κούτσουρο, ένα κομμάτι χαρτοταινία, ένα πανί σε ξύλο, που παραπέμπει σε λάβαρο, κρεμμύδια, ένα πορτοκάλι με καρφωμένες οδοντογλυφίδες («που αποκτά μια ζωώδη μορφή, αλλά στην ουσία είναι ένα παιχνίδι»), ένα κυδώνι που σέπεται, ένα βιβλίο, ένα ρεπάνι («το μωβ του ρεπανιού»), ένα καδρόνι, ένα σκουπόξυλο, μια κεραμίδα, μια χρησιμοποιημένη κουτάλα («επέλεγα ένα αντικείμενο και μετά επέλεγα το χαρτί μου, το μέγεθός του»), ένα ξύλο που πήρε φωτιά, ένα σωλήνα, ένα καλάμι τυλιγμένο με ένα άσπρο πανάκι, ένα σαπούνι, ένα σπάραγμα σακούλας, μια ποιμενική ράβδος («Ξεκίνησα από το μέτρο. Με το έσω μέτρο του ανθρώπου. Το έχω ξανακάνει. Ένα κομμάτι ξύλο στη φυσική του διάσταση»), μια σειρά από κουτσουλιές και αυγά ορτυκιών με διαφορετικές πιτσιλιές το καθένα («περίμενα να γεννήσει η ορτυκίνα που είχα στο μπαλκόνι και μετά ζωγράφιζα τα αυγά της»). Όλα τα έργα είναι ζωγραφισμένα με λάδι σε χαρτί και ορισμένα -τα μεγαλύτερα σε μέγεθος- είναι κολλημένα σε ξύλο.

Το σκεπτικό πίσω από αυτή την ενότητα έργων είναι η αρμονική συμβίωση του ζωγράφου με την εικόνα που προτίθεται να ζωγραφίσει. Γίνεται η εικόνα να συντροφεύει τον ζωγράφο χωρίς να τον ταράζει; «Να μην του φέρνει αντίσταση σε αυτό που είναι αυτός ο ίδιος, ούτε να του φέρνει αντιπερισπασμό. Απλά να είναι μαζί της, να μπορεί να συμβιώνει μαζί της. Αυτή ήταν η αρχική σκέψη, από εκεί ξεκίνησε όλο αυτό. Σε ένα κελί, ας πούμε. Στην ουσία ήταν η διανόηση μιας παράγκας» διευκρινίζει ο Βασιλακάκης. Μια τέτοια εικόνα, ίσως εμβληματική της έκθεσης, είναι το έργο Παράγκα (2020-2021), «η ατελής μακέτα μιας καλύβας του αναχωρητισμού, της υποχώρησης του μάρτυρα». Σε αυτή την κατεξοχήν λιτή εικόνα, ενδεικτική του ασκητικού ύφους που αναζητά ο Βασιλακάκης, μια ξύλινη κατασκευή από ανοιχτόχρωμο ξύλο μοιάζει να αιωρείται σε ένα μαύρο φόντο. Ο θεατής αναγνωρίζει σε αυτό το ημιτελές σχέδιο μιας καλύβας την προέλευση της αρχιτεκτονικής και ταυτόχρονα, στον αναχωρητισμό που αυτή συμβολίζει, μια μεταφορά για την ίδια τη ζωή. Επιπρόσθετα, στα νερά και στους ρόζους των ξύλων ετούτης της ανολοκλήρωτης παράγκας κρύβεται ο Εσταυρωμένος Χριστός (1632) του Diego Velázquez: ο Βασιλακάκης έχει μελετήσει εκτενώς την εντυπωσιακή καθετότητα αυτού του σταυρού, και στη συνομιλία του με τον Velázquez οφείλουν την ύπαρξή τους τα σταυρικά στοιχεία που συναντάμε στη ζωγραφική του.

Αναζητώντας «το ρίγος της εσωτερικής εμπειρίας» (την οποία ύμνησε ο Georges Bataille), o Βασιλακάκης αποφεύγει να βλέπει έργα σύγχρονων συναδέλφων του και στρέφεται προς αναζήτηση έμπνευσης σε θεολογικά κείμενα, όπως ο Συναξαριστής και ο Ευεργετινός. Τον ενδιαφέρει, όπως λέει, η δια Χριστόν σαλότητα, δηλαδή η «άγια τρέλα», η «πολύτιμη ταπείνωση» και η «νέκρωση της ατομικότητας» που εκπροσωπούσαν και αναζητούσαν με τον ιδιόμορφο βίο τους μοναχοί όπως οι άγιοι Ανδρέας και Συμεών. Αυτοί οι σαλοί ασκητές, οι οποίοι έζησαν σε σπηλιές ή στενόχωρες ξύλινες καλύβες βιώνοντας οράματα και θαύματα, εμπνέουν τον καλλιτέχνη γιατί επιχείρησαν να υποτάξουν τον εγωισμό και την ανθρώπινη κενοδοξία. 

Η έκθεση του Βασιλακάκη στο Κέντρο Τεχνών χωρίζεται σε δύο «πεδία». Το ένα είναι το ασκητικό, ενός ησυχαστή. «Μια κατάσταση πένθους», όπως διευκρινίζει ο ίδιος. Και το άλλο πεδίο είναι το δοξολογικό· έχει δηλαδή ένα στοιχείο δοξολογίας και προσευχής. Στο σύνολό της, η Ήσυχη ζωή είναι μια στοχαστική έκθεση, που προβάλλει έννοιες χαμένες από το λεξιλόγιο και τη συμπεριφορά μας, όπως είναι η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή, η εγκράτεια, η σιωπή και η αγάπη. Η σιωπηλή ζωγραφική του Βασίλη Βασιλακάκη προτείνει μια οπτική θεώρηση των πραγμάτων η οποία οδηγεί κατευθείαν στο άγνωστο: «Δεν γυμνωνόμαστε τελείως παρά μόνο πηγαίνοντας δίχως ζαβολιές στο άγνωστο. Είναι το μέρος του αγνώστου που δίνει στην εμπειρία Θεού -ή του ποιητικού- τη μεγάλη αυθεντία τους» μας υπενθυμίζει ο Bataille στην Εσωτερική εμπειρία.

Χριστόφορος Μαρίνος
Ιστορικός τέχνης, επιμελητής εκθέσεων και δράσεων ΟΠΑΝΔΑ


1 Βλ. Αποστόλης Αρτινός, Η ετεροτοπία της καλύβας, Σμίλη, Αθήνα 2014.
2 Adam Sharr, Heidegger’s Hut, The MIT Press, 2006.
3 Georges Bataille, Η εσωτερική εμπειρία, μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, Ίνδικτος, Αθήνα 2013, σ. 17.